Τετάρτη, 1 Οκτώβριος 2008

Μήτρα κερένια ..




Στη μήτρα
μιας κερένιας μάνας γεννήθηκα.

Έλιωνα σε κάθε αγκάλιασμά της
Κι όσο φυσούσε ο άνεμος
τόσο ψίχα γινόμουν..

Ό,τι έπλαθαν τα ζαρωμένα χέρια της
γινόταν κόσμος για μένα.

Παιδί μικρό
κάθισα σε μια ρίζα ενός δέντρου.
Έπιασα χώμα μια χούφτα
κι έγινε πουλί που πέταξε
στα μάτια μου μπροστά.

Η μάνα με κοίταξε και χαμογέλασε..

Ύστερα πήρα ένα κλαδί
και σκάλισα μια βάρκα..
Κι άρχισα το ταξίδι μου
στου νου τα πέρατα..

Η μάνα μου φοβήθηκε
μην φύγω από κοντά της
και μ’ έσφιξε πιο δυνατά
Τόσο .. που έλιωσα
στην αγκαλιά της μέσα..

Τώρα γεμίζω αέρινες σιωπές
και βότσαλα τα μάτια
και πλέω σ’ άλλες θάλασσες

Μάζεψα ήλιο σήμερα..

Τη μάνα μου προσπάθησα να φτιάξω
Μ ένα μαντήλι κόκκινο ντυμένη
στο κεφάλι..

Και κείνη ζωντάνεψε στο νου
και μου ‘πε σιγανά ..

«Κερί μικρό μου,
λιωμένο μου αγόρι,
ό,τι έπιασαν τα δάχτυλα έγιναν μόνο
λέξεις
κι η μια .. εκείνη η όμορφη
που σε κοιτάει στα μάτια
έγινε αγαπημένη σου
και να μου την προσέχεις ..
Και γω ένα όνομα μικρό
θα δώσω αγαπημένο
να την φωνάζεις «Ποίηση»
να της μιλάς μ’ αγάπη»

Κι έτσι έσβησε η μάνα από τα μάτια μου
Δεν ξέρω αν ήμουνα νεκρός
ή αν ήτανε εκείνη..
***
-Αφιερωμένο στο φίλο Δ. Δικαίο
για τη σημαντική τούτη μέρα-
***
Μ. Νικολάου

Πέμπτη, 1 Μάϊος 2008

Ματωμένη ζωή..


Κι όταν κομμάτια έγινα
την ώρα που οι λέξεις σου έσπασαν γυαλί
στα χείλη μου πάνω,
πήρες δυο στάλες αίμα απ το φιλί μου
κι έγραψες τ' όνομά σου σε μια πέτρα..
Κοίταξες τον ουρανό που ξεψυχούσε
κι έμοιαζε με κύμα που άφηνε την ανάσα του
στην ακρογιαλιά
Ψιθύριζα τ' όνομά σου κάθε φορά.. θυμάσαι;
Και συ τρυπούσες με το βλέμμα σου τις ανάσες μου
και ψιθύριζες τα δικά σου ψεύτικα λόγια..
Έσβησε το κερί..
Έσβησε..
και δεν αρκεί να το ανάψεις πάλι..
Πρέπει πρώτα να χεις μάθει να μην καις τα δάχτυλά σου..


Εσύ μιλάς;
Απ' το γαλάζιο Του, γεννήθηκ' η ζωή μας
μα συ 'παντρεύτηκες' εκείνα τα βουνά
και δάκρυσ' ο ουρανός, ψυχή μου
και σ' άγγιξ' ο εχθρός, ζωή μου
κι απέμεινα νεφέλωμα, ξημέρωμα Σαββάτου.
Θα με βρεις κάπου..
ξέρεις
σ' εκείνη, με το δεκανίκι, τη Δευτέρα
που τ' άκληρα και διαθέσιμα
ξανανασταίνει!
***
Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Πέμπτη, 17 Απρίλιος 2008

Φάρος ψυχής..

Έλεγα σήμερα να βγω..
Να γλύψω με τα μάτια μου τη θάλασσα
Μήπως και βρωσε μια γωνιά το δάκρυ της..
Μα να !
Κάθε φορά που την κοιτώ
χύνονται μέσα της
οι δυο γαλάζιοι κύκλοι μου
κι είμαι τυφλή μπροστά σε κείνη..
Πάντα με ζήλευε
Το λέει κρυφά τα βράδια στο φεγγάρι
Κι ήρθε αυτό και την μαρτύρησε ..
Μα εγώ ελπίζω ακόμα
πως στα χείλη μου επάνω
θα λιμνάσει την αρμυρή ανάσα της..

*

Να μη φοβάσαι
μια πικραμένη Ψυχή όταν σε πλησιάζει..
Έχει Σε φάρο.
Κι αν ζηλεύει..
ψάχνει λόγο για να ζήσει.
Έχει τόσα πια «τραβήξει»
(μην κακιώνεις)
απ’ τους ίδιους συλητές
Που κουβαλάς,
που συλλαβίζεις
στα στερνά της προσευχής σου
Και τσακίζεις..
και τσακίζεσαι
Γαία Πολιορκημένη.
Φίλες να’ στε
Δυό σας μείνατε,
ξεχνάς;

****

Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Θάλασσες

Θυμάμαι εκείνο το ταξίδι
που λέγαμε να κάνουμε
Μα πάντα σκισμένο πανί ήσουν
και γω κατάρτι που φοβόμουν τους ανέμους..
Στην καρδιά μου επάνω σε έδενα
και μάτωναν τα κύματα απ τις πληγές μου.
Κι ύστερα έδενα τους πόνους μου
στου λιμανιούτον κάβο
κι έγλυφε η ψυχή μου το αρμυρό σου δάκρυ..
Θυμάμαι εκείνο σου το δάκρυ..
Πάντοτε ίδιο με της θάλασσας...
Τα λογικά μου, έριξ' ένας σου κάβος στα δύσκολα.
Όσο κρεμιόμουν, ξίφος στον τράχηλό σου
-κι όσο θυμάμαι πως αρνιόσουν ενοίκιο να μου κρατάς-
ίσως δικός σου Καπετάνιος και να γίνω!
Αιχμηρό κατάρτι ήταν η αγάπη σου.
Στην καρωτίδα μου, διαχωριστικό ζωής..
ζωής και θανάτου.

***

Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Ζωής ποίηση


Μια μαργαρίτα άνθισε..
καρφίτσα στο πέτο της αλήθειας.
Λευκά πέταλα σιωπής
και κόκοι γύρης σε Ανάσταση!
Άνοιξη σπαρμένη σε μάτια ποιητή
δοσμένη σε δάχτυλα που λαχταρούν μελάνι.
Το μερτικό σου σπόρος γινομένος
στης ψυχής την ψίχα.
Κι η λέξη "σ' αγαπώ" ,
άγουρηνα προβάλλει
μέσα απ τα μάτια σου τα εβένινα..


Σημάδια αφήνω πορφυρά..
στ' απραγματοποίητα που,
αργά χθες... τύλιξαν το λαιμό μου!
Αγκυροβόλησαν εκεί
ό,τι συλλάβισα,
ό,τι αγάπησα..
στο ατσαλάκωτο χαρτί της ποίησής μου..
τα Επιθυμητά Εκείνα
-που έναν λόγο σου δίνουν-
τα αυτάρεσκα να τα 'κυνηγάς',
προσποιούμενος, το Θύτη!


****

Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Το κερί

Οριακά γυμνάζομαι
στο μικρό του φως
κι αφιερώνομαι στις προσταγές του
για να λοξοδρομήσω, θετικά..
ν' απαλλαγώ του μαύρου
που με κύκλωσεμήπως και τ' αναβάλλω!
Τ' αγάπησε νομίζω το ιερό μου
εκείνο το παιδί
που γκρίνιαζε για φως.
Τι χάλαγε τον κόσμο!
Τ' αλίμονο της μέρας..συνηθίζεται;
Τ' αλίμονό της έκλαψ' εξ' αρχής.
**
Στη χούφτα μου η φλόγα αναμμένη
ενός μικρού κεριού
η προσταγή στο άγνωστο!
Κει που το δάκρυ μέλισσα μυρίζει
κι' ακολουθεί καθοδική πορεία
στο λευκό μου μάγουλο.
Κι έτσι που στάζει σταγόνα κέρινη
επάνω στην ψυχή
πλάθω καινούρια όνειρα
φτιαγμένα στο ζεστό της
και τα παγώνω
στης ανάσας μου το "αχ"..
Σχήμα τους δίνω να μη μείνουν ορφανά
και αλητέψουν
απ' το τσόφλι της καρδιάς ..
*****
Δημήτρηc Δικαίοc - Μαρία Νικολάου

Ερωτική αργία

Ηθοποιός στο δράμα της ζωής μου ήσουν.
Εννιά με δώδεκα έδινες παράσταση
και γω χειροκροτούσα το ταλέντο σου.
Κι όταν τα φώτα επάνω μου στρεφόντουσαν
έσπαγες τα μπαλόνια της σιωπής
με αιχμηρό μαχαίρι,
ώσπου μια νύχτα
έπεσε πάνω μου η ίδια σου η αυλαία
και με σκότωσε..
Δικό σου κι αυτό το χειροκρότημα..
Κάθε γωνιά μονάκριβη και συρε,
τα πράγματά μου εκεί
όπουτο κοκκινάδι χάνεται..
Εκείνο που μοιράζεται
τεμάχιο ψυχρό κι ανήλιο
στη βάση του σταυρού σου..
Ερωτική Αργία.
Αν έχεις με στο φως
είναι γιατί στις μία..
σ' αθέατη πρεμιέρα,
ο "ίσως σου" γκρεμός σ' αρέσει,
θεατός και προσεγγίσιμος..
****
Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Γραμμάτιο θανάτου

Μη τυχόν και επιστρέψετε!
Μάνα, το θρονί σου κατέκτησες
Αφοσιωμένη αποκλειστική
Στα τραύματά του.
Μη τυχόν.. τι να ζηλέψετε;
Το όξινο εννιάμηνο ενοίκιο..
Του «πλάθεστε»Γι’ ανθρώπινη δουλεία;
Η μητρορραγία εκείνη στον Ευαγγελισμό
Σου χάρισε Θεό κι ελευθερία.
Ετούτο το παιδί
Μετέωρο στη θλίψη σου,
Στολίδι..Κι απελευθερωτής σας.
***
Μάνα
Συ που αφουγκράστηκες
Τον πόνο μιας ανάσας
Στον κόρφο σου κερί κρατάς
Κι ένα γραμμάτιο πληρώνεις
Στο Θεό
Το λυτρωμό σου και μια κραυγή
Πνιγμένη στου τέλους
Τη νεκρή στιγμή.
Το εννιάμηνο ενοίκιοΔε βάσταξες
Έκλεισε η πόρτα πίσω σου
Νεκρό κομματιασμένο ξύλο
Της ζωής σου η ζωή
Του σπλάχνου σου σημάδι..

***

Δημήτρηc Δικαίοc - Μαρία Νικολάου

Ξεχωριστή αίσθηση

Στο μπαρ των κόκκινων λουλουδιών
Έπινα απόψε
Γύρη τους έγινε το μπουκάλι
Γεμάτο με αναμνήσεις αλκοόλ
Και φρούδα όνειρα.
Και συ να τριγυρίζεις
σαν την μέλισσα
Που αθέτησε το λόγο της
Στο στόμιο της ψυχής μου πάνω
Μαζί μου να μεθάς κι εσύ
Και να μετράς αντίστροφα
Γελώντας για το ποιος
στο τέλος θα νικήσει..

**
Το πανωφόρι της λέκιασε η θύμηση
Ξημέρωσε
Με κείνα τα ασύμμετρα γυαλιά,
Θρύψαλα πια,
Του άλλοτε υαλόκτιστου συνεταιρισμού
«προσεκτικά αγαπήστε».
Χθες βράδυ
Προσανατολισμένα τα γύψινα του νου
Ξέρασαν το σκοτάδι..
Βράδιασε πάλι
Με τ’ άνισά σου Κόρη,
λάγνο ΝέοΝ
να φωτάει τη μαρκίζα των στιγμών
«Ξεχωριστή Αίσθηση»
Καινή πορεία.
****
Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Αγάπης ζυγαριά


Γλίστρησα δάκρυΣτο τσεπάκι σου
Σιωπής σταγόνα
Στο λευκό το μάγουλό σου.
Μια ζυγαριά μικρή
Επάνω στο γραφείο σου ξενυχτούσε
Ζυγίζοντας τον έρωτά μας
Με το δράμι .
Την είδα που έγειρε από τη μια της πλευρά
Κι έγινε λυγμός ο ψίθυρος
Στα χείλη μου.
Μα πες μου ..
Πίστευες ποτέ πως η καρδιά μου
Θα ήταν πιο ελαφριά
Από τις πέτρες που έβαλες για βάρος ..;



Μη με ρωτάς..
Τις κεκλιμένες μου στιγμές Πλησίασε.
Μάθε λοιπόν..
Εγύρισα το χρόνο μου,
Πλανήθηκε στο χέρι.
Δίχως χάδι στήριξης..
Ελάφρυνα πολύ!
Υπόλοιπο μονογενούς αρρένος
Ξένη ουσία στα λευκά σου μάρμαρα
Αναδύει.. άρνηση.
Λοιπόν τι λες;
Επιμένεις να κοσμώ
Την πλάστιγγά σου;

****

Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Διαδρομή καρδιάς

Μέσα απ’ τις λέξεις σου
Αγάπησα τ’ όνομά μου
Κράτησα κόκκινο γεράνι
Και στο δρόμο σου τ’ άφησα
Να χει το ίδιο χρώμα της καρδιάς σου.
Μη μου δακρύσεις
Το μόνο δάκρυ σου η στάλα της βροχής
Στα βλέφαρά σου να ναι.
Μέσα απ’ τα μάτια σου
Αγάπησα την ψυχή μου.
Γαλάζιο σύννεφο στα όνειρά σου ακούμπησα
Να βρει η αγάπη προσκεφάλι να σταθεί.



Το πόνημά μου είχε πρωί
Και ο θολίσκος μου, εσένα Παναγιά
.Αναρριχόμενος στα γύψινα,
Σκιέρ..Είχα στα πέδιλα κοντέρ Σπασμένο.
Έμοιαζα τρένο π’ αγαπά σε κάθε στάση.
Μα συ εκεί..Είδα σε όμορφη ψυχή
Να με φοράς σα νυχτικό
Και στο μονόγραμμα ν’ αφήνεις κοκκινάδι.
Σου’ χω σκοτάδι από καιρό.
Στο πόρτμαντό σου θα αρκεστώ
Θα πω πως Ξέμεινα παλτό
Ξέμεινα σκόρος
.***
Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Αγάπη μου .. κρυώνω

Κρυώνω αγάπη μου.
Η πούδρα σου δηλητηρίου ζώνη..
Φορά αφαιρετική η φτέρη σου η χρυσή..
γιατί σε θρυμματίζει;
Για μένα σε στολίζει!
Τα χνώτα μου πλευρίζει..
ύποπτη διαιρετική δυσοσμία.
Στομώθηκε η στέρνα σου καρδιά.
Παραισθησιογόνος ουσία η ακριβή σου κρέμα.
Στερεοποιημένο κατακάθι..
Απολιθωμένο κόρτε..
Σ' ένα φλιτζάνι με καφέ..
Αλλοιωμένα πάθη..
Αλλοιωμένη αγάπη..



Στο λαιμό κατακάθι η απουσία σου
Ξεραίνει τον αέρα του δωματίου
Και γω με βλέφαρα κλειστά
Το χνώτο μου στο τζάμι να ψάχνω
Για να ζεστάνω τις παγωμένες στιγμές
Της μοναξιάς μου.
Κρυώνω αγάπη μου.
Σε νωπή μνήμη τα δάχτυλά σου
Που στο κορμί μου άπλωναν
εκείνη τη ροζ πούδρα
Και γέμιζε άρωμα γιασεμιού το μικρό δωμάτιο.
Κι η κίτρινη καρέκλα στο μπαλκόνι
Να στέκεται στα χρόνια που πέρασαν
Νεκρή και άδεια
Πάντα εκεί
Τα κουμπιά του μυαλού μου να τρελαίνει
Πατώντας με τα σπασμένα πόδια της
Πάνω στην καρδιά μου.
Και να μην έφτανε αυτό
Πατάς κι εσύ πάνω της..
Τρέμω να πω πια «σε χάνω»
Τρέμω περισσότερο στο «σ έχασα..»
Αγάπη μου.. Κρυώνω..

****

Μαρία Νικολάου - Δημήτρηc Δικαίοc

Τετάρτη, 16 Απρίλιος 2008

Ταξίδι φωτιάς



Σειρήνα το κόκκινο.
πελώριες αχόρταγες καταραμένες βάρκες
Να.. σχοινιά να δέσετε!



Μη φοβάσαι τα μαλλιά ..
τα μαυρα νύχια να φοβάσαι
που ξερουν να τυλίγονται γερά
γύρω από τις δυνατές φλόγες..

τις εκδορές των νυχιών
πιότερο συμπαθώ
τη φυλακή των σχοινιών όμως
αν δεν ακρωτηριαστείς
δε λυτρώνεσαι
ε όχι να στολίσω και τα μάρμαρατόσο νέος;


Μονάχα ο Έρωτας μένει στην αιωνιότητα..
ένας 'σακάτης' με υστεροφημία τόση!
αυτό είναι!



Είπες τον Ερωτα σακάτη?
Και συ ποιος εισαι
που τον έπιασες στο στόμα σου.
Θυμα του Ερωτα κι εσύ
και της πανουργας Καλυψώς..
Και ξέρεις πως μπορει να σε πλανέψει
αν το θελήσει..


αφού το θες έτσι..
άκου τι θα σου πω
ο έρωτας δεν είναι μια αφηρημένη έννοια
σ' εκείνο το τροχαίο που τον βρήκε
ήμουν συνοδηγός του.
-θα το αποκαλώ όπως εγώ θέλω-
τι σε πειράζει εσένα που σερνόμαστ' έτσι?


Aκου αλήτη πειρατή,
τα μάτια του με πλάνεψαν μια νύχτα,
Φλεβάρης ήτανε θαρρώ,
κι έχω τη φλόγα μέσα μουαιώνες πια να καίει.
Μη βλέπεις που χω πια κρυφτεί
στης κόλασης τα βάθη..
Κι αν με πειράζει θα το δειςσύντομα στο σκοτάδι..


Είναι σταυροί μαρμάρινοι και μπρούτζινοι
μονάρχες οι άνθρωποι
Ενότητες που αγνοούν κάθε απόγευμα
Που βλέπουνε σκουριά
στη στέρνα Του Ιχθύος.
Κι εσείς ερωτευμένοι..
Πελώριες, αχόρταγες καταραμένες βάρκες
Στολίσατε τα μάρμαρα της λύτρωσης.μ’ ισοϋψή κεριά της ύπνωσης.
δε θεώρησα 'θεό', την ανάγκη μουγια φως
τ' ανύπαρκτα.. πάντοτε τσακίζουν!


Μονάχα μες στην Ποίηση νομίζεις πως κυλιέσαι;
Θεά κι αυτή..
Μα ειν απ το δηλητηριο που σου ριξα μια νύχτα.
Κοιμήθηκες
Και δεν τολμάς τώρα πια να ξυπνήσεις.
Φοβάσαι πια τον Ερωτα
αυτόν να αντικρίσεις
Κοινοί θνητοί κι εμείς
κρεμάμενοι απ του σοφού
την σκουριασμένη Πύλη..


δεν έχω χολή για ν' αφήσω
στο σημείο μηδέν
η πρωταρχική σου ανάγκη
δεν είναι..να φλερτάρεις με το παγκάρι
της εκκλησίας των ανθρώπων!


Εμαθα να φλερτάρω με τον Ερωτα
που την καρδιά ορίζει.
Κι οχι με το παγκάρι αυτό της εκκλησιας
των ανθρώπων..
Φοβήθηκες θαρρώ και έβγαλες μαχαίρι..
Μα ξέχασες πως έχω ήδη μια πληγή..


δε με φοβίζουν τα 'ορισμένα' DNA
δε 'χύθηκα' ως εδώ
-ξεφεύγοντας απ' την καθωσπρέπει στέρνα-
για να φοβηθώ!
Η δική μου σκιά δεν είν' αλήτρα
εξ' ανάγκης
Τα νυχτερινά της δεν τα ξέρεις


To ανέφικτο του Έρωτα
κανείς μας δεν το ξέρει..
Κι ούτε η δική μου η σκιά αλήτεψε
στης Κόλασης το κόκκινο σαν άλλη Ήρα.
Μ' έριξαν κι έμαθα να ζω..


νομίζεις πως ο έρωτας ο πόρνος
δε φιλοξενεί την κόλαση;
δεν πλάγιαζει μαζί της;
κι ο άλλος ο αγνός και ποιητικός
ο δήθεν καθαρός (αλίμονο και μακριά..)
ο αγνός λοιπόν..όμορφα που περνά στην αιωνιότητα!
Αλίμονο σ' αυτόν που τον γνώρισε,
που γέρασε μαζί του..που πέθανε έτσι όπως έζησε..
νεκρός


H κόλαση ειναι εκεινη
που ξερει να φιλοξενεί
κόκκινους λαθραίους Έρωτες.
Και ναι..
Δεν τους φοβήθηκα ποτέ.
Αμαρτωλή κι αγνή
στο θάνατο μιας μοίρας ηδονής κυλίστηκα.
Εκεί που οι αγγέλοι ψάχνουνε
να βρουν γλυκό κρασί
να τους πλανέψει τα φτερά..
Μα έλα που ο Άδης τα χει κλέψει
και τα φορά στους ώμους μας
κάθε βράδυ Σαββάτου..


δε θα διαφωνήσω
για πρώτη φορά δε θα διαφωνήσω μαζί σου
όμως..
τα 'γερά' του έρωτα δεν τα θέλω
Τα στημένα χάδια και αισθήματα
ξεκοιλιάζονται όταν ζυγιάζονται
για έναν σκοπό
και προθυμοποιούνται τόσο εύκολα.
γιατί να μη σακατευτώ αφού
ακανόνιστα ερωτεύομαι;


δε θεωρώ τον έρωτα θεό
ούτε την κόλαση κυρά
ναι όπως είπες..
ποιος είμαι εγώ;
εγώ είμ' εγώ
ένα καθίκι που θα ντύσει μόνος του
το αυτοκρατορικό του σώμα
και φθάνοντας στον καθρέπτη
ισως γελάσει κι ίσως ξεράσει
ο σακάτης σήμερα
ο υγιής αύριο
ο ξανά ασθενής μεθαύριο
μα
κει ψηλά εκτός του σπλάχνου
του Ανθρώπου
δεν υπάρχει άλλη θεότητα.
χώρο θέλω να αναπνεύσω
Υ.Γ.γμτ τα σκυλιά μου δεν έδεσα σήμερα το βράδυ
κι ο Μορφέας με καλεί..



Ουτε και γω στου Έρωτα πατάω τα γερά.
Ξέφυγα πια γιατί φοβάμαι.
Κανεις δεν ειναι πια Θεός
μα μόνο μες στο νου όλα γεννιούνται..
Να ξερες πόσο θέλω
λίγη απ την ανάσα που ζητάς κι εσύ..
Κι αμα την βρεις στειλεμου ενα δράμι..
Κουράστηκα χωρίς ανάσες
να πληρώνω χρέη



Μ. Νικολάου - Δ. Δικαίος