
Στη μήτρα
μιας κερένιας μάνας γεννήθηκα.
Έλιωνα σε κάθε αγκάλιασμά της
Κι όσο φυσούσε ο άνεμος
τόσο ψίχα γινόμουν..
Ό,τι έπλαθαν τα ζαρωμένα χέρια της
γινόταν κόσμος για μένα.
Παιδί μικρό
κάθισα σε μια ρίζα ενός δέντρου.
Έπιασα χώμα μια χούφτα
κι έγινε πουλί που πέταξε
στα μάτια μου μπροστά.
Η μάνα με κοίταξε και χαμογέλασε..
Ύστερα πήρα ένα κλαδί
και σκάλισα μια βάρκα..
Κι άρχισα το ταξίδι μου
στου νου τα πέρατα..
Η μάνα μου φοβήθηκε
μην φύγω από κοντά της
και μ’ έσφιξε πιο δυνατά
Τόσο .. που έλιωσα
στην αγκαλιά της μέσα..
Τώρα γεμίζω αέρινες σιωπές
και βότσαλα τα μάτια
και πλέω σ’ άλλες θάλασσες
Μάζεψα ήλιο σήμερα..
Τη μάνα μου προσπάθησα να φτιάξω
Μ ένα μαντήλι κόκκινο ντυμένη
στο κεφάλι..
Και κείνη ζωντάνεψε στο νου
και μου ‘πε σιγανά ..
«Κερί μικρό μου,
λιωμένο μου αγόρι,
ό,τι έπιασαν τα δάχτυλα έγιναν μόνο
λέξεις
κι η μια .. εκείνη η όμορφη
που σε κοιτάει στα μάτια
έγινε αγαπημένη σου
και να μου την προσέχεις ..
Και γω ένα όνομα μικρό
θα δώσω αγαπημένο
να την φωνάζεις «Ποίηση»
να της μιλάς μ’ αγάπη»
Κι έτσι έσβησε η μάνα από τα μάτια μου
Δεν ξέρω αν ήμουνα νεκρός
ή αν ήτανε εκείνη..











